ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

                                                     Του Π. Κ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

 

Παραμονή των Φώτων. Του Σταυρού, όπως λένε στο χωριό. Ο παπάς, αφού έψελνε τον αγιασμό στην εκκλησία, ξεκίναγε από τον Κάτω Μαχαλά, παίρνοντας με τη σειρά τα σπίτια κι αγιάζοντας.

"Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις...".

Άγιαζε τα δωμάτια, τα κατώγια, τις αποθήκες. Οι καλικάντζαροι, από τη νύχτα είχαν ετοιμασθεί για να φύγουν. Τα δαιμόνια αυτά με τα κατακόκκινα μάτια, τα κέρατα, τις μακριές ουρές και τις διχάλες στα χέρια, αφού οργίασαν επί δώδεκα μέρες, ανακατεύοντας τη στάχτη, κατουρώντας τα ξεσκέπαστα τεντζερέδια, αφού βρώμισαν ό,τι ήταν εκτεθειμένο, αφού δεν μας άφησαν να πάμε στο μύλο ν’αλέσουμε άλεσμα, θυμήθηκαν πως το πρωί θα έφτανε ο παπάς με την αγιαστούρα του κι έπρεπε να πάνε στον τόπο τους –εκεί κάπου μακρυά σε άϋλο τόπο και αλαργινό– για να ξαναρχίσουν να κόβουν το δέντρο που άφησαν από τη βιασύνη τους μισοκομμένο και όρθιο και που γυρίζοντας θα το 'βρισκαν πάλι θρεμμένο και που θα 'πρεπε να ξαναρχίσουν να το κόβουν ως τ' άλλα Χριστούγεννα.

Και πριν προλάβει να τους διώξει ο παπάς με την αγιαστούρα, είχαν πάρει δρόμο από το χωριό.

"Φεύγεστε να φεύγουμε έρχεται ο ζουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του…".

Έτσι το θέλει η παράδοση, έτσι το μάθαμε κι εμείς. Και οι μανάδες μας, μας έλεγαν πως τώρα πια δεν πρέπει να φοβόμαστε, ούτε να αφήνουμε τα καλιγοσφύρια στην παραστιά. Και πως για να φύγουν τα παγανά έπρεπε να λουστούμε, αφού όλο το δωδεκαήμερο δεν έκανε να λουστούμε. Και περιμέναμε με χαρά τα Φώτα.

Ο παπάς συνέχιζε τον αγιασμό ως το τελευταίο σπίτι του Απάνω Μαχαλά. Κοντά ακολουθούσε το παιδί κρατώντας από τ' αρβάλι το μικρό χάλκινο μπακράτσι ή χαρανί με τον αγιασμό, που μέσα έριχναν οι νοικοκυρές τα νομίσματα (το μπακίρι) της αμοιβής του παπά.

Κι έτσι απελευθερωμένοι από τους καλικάντζαρους, περιμέναμε τα Φώτα, τη μεγάλη γιορτή. Ξημέρωναν τα Φώτα. Καθαροί και λαμπροστολισμένοι, νηστικοί από την προηγούμενη μέρα για να πιούμε Μεγάλο Αγιασμό, πηγαίναμε στην Εκκλησία. Κι όταν ο παπάς, με μεγαλοπρέπεια και με βροντερή φωνή, άρχιζε το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις..." όλοι μαζί επαναλαμβάναμε το θριαμβικό ύμνο και προσκυνούσαμε το Σταυρό. Ο παπάς στη μέση της εκκλησίας ράντιζε ολοτρόγυρα το εκκλησίασμα, δίπλα του ο μικρός που κρατούσε την εικόνα της βάπτισης του Χριστού, κι ολοτρόγυρα οι πιστοί προσκυνούσαν και γιόρταζαν τη μεγάλη γιορτή. Ο παπάς βροντοφωνούσε "Σήμερον των Υδάτων αγιάζεται η Φύσις και ρήγνυται ο Ιορδάνης..."

Μια συντροφιά μικρών έπαιρνε το μεγάλο σιδερένιο Σταυρό -τι να 'γινε, αλήθεια, ο Σταυρός αυτός, ύστερα από τη θεομηνία του πολέμου;- άναβαν από ένα κερί στην κορφή και στα πλάγια του σταυρού και ψέλνοντας τον Ιορδάνη, πήγαιναν στο Κεφαλόβρυσο και στην Κατέρω –τις δύο πηγές του χωριού– για να τις αγιάσουν, βουτώντας τον στα νερά τους και ξαναφέρνοντάς τον πανηγυρικά στην εκκλησία.

Με την απόλυση της εκκλησιάς, τα παιδιά συγκεντρώνονταν παρέες–παρέες, συνήθως δυο–δυο. Με τα μακροράβδια τους και τις μαρούδες περασμένες στον ώμο, ξεκίναγαν από τον Κάτω Μαχαλά, παίρνοντας κι αυτά με τη σειρά τα σπίτια, ξαμώνοντας τα ραβδιά τους στα σκυλιά που τους ρίχνονταν και γαύγιζαν αγριεμένα δείχνοντας τα δόντια τους απειλητικά.

- Να τα πούμε;

- Πέστε τα.

- Σήμερα ν’ τα Φώτα κι ο φωτισμός και χαρά μεγάλη τ' Αφέντη μας. Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό είν' η Παναγιά μας, η Δέσποινα...

- Και τ' χρόν'. Χρόνια Πολλά.

Άπλωναν τα χέρια και έπαιρναν τα νομίσματα. Άνοιγαν τις μαρούδες και έβαζαν μέσα τα καρύδια, τα κυδώνια, τις σταφίδες, τα μήλα, κανένα πορτοκάλι, κανένα λουκάνικο και ό,τι τους έδιναν. Σε όσα σπίτια είχαν πένθος, δεν τραγουδούσαν, έπαιρναν την αμοιβή τους σιωπηλά και πήγαιναν παραπάνω. Κι όταν τελείωναν όλα τα σπίτια, άρχιζαν τη μοιρασιά. Μοίραζαν τα χρήματα, τα καρύδια ,τα μήλα, τα λουκάνικα και ό,τι άλλο μάζεψαν. Ύστερα μαζεύονταν στην πλατεία και έπαιζαν τα καρύδια, για να κερδίσει ο ένας τ' αλλουνού τη σοδειά. Στα μαγαζιά του χωριού άρχιζε η συζήτηση των αντρών για τα βραδινά Φώτα. Από τα παλιά χρόνια, οι μεγάλοι έλεγαν κι αυτοί τα Φώτα, μάζευαν τρόφιμα και κρασί και γλεντούσαν ως το πρωί. Η συζήτηση συνεχιζόταν. Καταστρωνόταν το πρόγραμμα, η ώρα και ο τόπος που θα γινόταν το γλέντι. Το σπίτι που διάλεγαν έπρεπε να ήταν ευρύχωρο για να χωρούν όλοι οι γλεντζέδες, να έχει όλα τα χρειαζούμενα, την παραστιά, το φούρνο, τα σκεύη. Ορίζονταν οι μάγειροι, εφοδιαζόταν καθένας και από ένα ταγάρι ή σακί ή τη γιδιά (ασκί από γίδινο τομάρι που χρησιμοποιούν στα χωριά για τη μεταφορά του κρασιού) για το κρασί. Και όταν σουρούπωνε άρχιζαν και αυτοί με την σειρά τους να παίρνουν τα σπίτια ένα–ένα τραγουδώντας τα Φώτα,

"Σήμερα ν' τα Φώτα και ο φωτισμός και χαρά μεγάλη τ ‘ Αφέντη μας".

Και το κλείσιμο του τραγουδιού ήταν:

"Ν' αγιαστούν οι βρύσες με τα νερά

ν' αγιαστεί κι ο αφέντης με την Κυρά

ν' αγιαστεί κι ο "Γύφτος" με τη γιδιά.

Χρόνια Πολλά. Και τ' χρόν".

Ο «Γύφτος» ήταν ο Δημ. Νικολάου ή Γυφτομήτσος. Είχε πάρει το παρατσούκλι αυτό από τον πατέρα του, που ήταν Χαλικιάς, δηλαδή σιδηρουργός. Τους σιδηρουργούς τους έλεγαν τότε γύφτους. Κι έτσι του 'μεινε το παρατσούκλι αυτό. Θα μιλήσουμε γι' αυτόν άλλη φορά. Ο Γύφτος λοιπόν, ήταν αυτός που κατά προτίμηση κουβαλούσε τη γιδιά με το κρασί. Κι εκεί μέσα άδειαζε τις κανάτες με το κρασί, που έφερναν οι νοικοκυρές. Οι άλλοι έβαζαν στα ταγάρια τους και στα σακιά τις πατάτες, τα κρεμμύδια, τα λουκάνικα, το κρέας –χοιρινό από τα Χριστούγεννα– τυρί, λάδι και ό,τι άλλο φαγώσιμο τους έδιναν.

Κάθε τόσο, όταν γέμιζαν τα ταγάρια, οι κουβαλητές τα πήγαιναν στο σπίτι του γλεντιού και τα παρέδωναν στους μαγείρους. Κι εκείνοι με τη σειρά τους τα καθάριζαν, τα έβαζαν στα ταψιά, στους τεντζερέδες ή στο φούρνο για να ετοιμάσουν τα φαγητά.

Όταν οι τραγουδιστές τελείωναν απ' όλα τα σπίτια, μαζεύονταν όλοι στο γλέντι. Τα φαγητά ήταν έτοιμα. Το κρασί άναβε το αίμα και τα μεράκια. Οι οργανοπαίχτες έπαιζαν τους γλυκούς σκοπούς τους. Το γλέντι άναβε σιγά σιγά. Έτρωγαν όλοι, έπιναν, χόρευαν, ξεχνούσαν τα βάσανα τους, τη φτώχεια τους, την κούραση τους, τα μαλώματα. Είχαν γίνει όλοι μια ψυχή, μια καρδιά. Οι καημοί και οι αναστεναγμοί φούσκωναν τα στήθια. Ο ρυθμός ξεσήκωνε νέους και γέρους. Τα επιφωνήματα ακούγονταν ως πέρα στον Άη-Λια. Το τραγούδι φούντωνε, ο χορός δυνάμωνε,

"Τούτη γης που την πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε.

Τούτη η γης με τα χορτάρια τρώει νηούς και παλικάρια.

Γλεντάτε νέοι τον ντουνιά γιατ' ο καιρός διαβαίνει.

Κι όποιος θα μπει στη μαύρη γης πίσω δεν ξαναβγαίνει".

Ο θάνατος αδερφωμένος με τη ζωή. Το γλέντι με το θάνατο. Ο καημός ξεχείλιζε από τα στήθια.

"Να 'ταν τα νιάτα δυο φορές τα γηρατειά καμία".

Έτσι γλεντούσαν οι άντρες ως το πρωί. Πολλές φορές το χιόνι σκέπαζε όλη τη Γη. Κι όταν άφηναν το γλεντοκόπι για να πάνε στα σπίτια τους κουρασμένοι και αποκαμωμένοι από τον ολονύχτιο χορό, μόνο οι σκύλοι ακούγονταν που γαύγιζαν και τα κοκόρια που ξυπνούσαν 'κείνους που δεν ήταν στη χαρά και στο γλέντι.

 

(Εφημερίδα Οινοχώρι, Αριθμός Φύλλου 30 - Δεκέμβριος 1985)