Ο ΝΕΟΣ ΗΡΩΔΗΣ

Ο ΝΕΟΣ ΗΡΩΔΗΣ

Ο ΝΕΟΣ ΗΡΩΔΗΣ…

                                            Του Π. Κ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

 

Αποβραδίς ο νέος Ηρώδης ακόνισε το γυαλιστερό και μυτερό μαχαίρι του, για να ‘ναι έτοιμο την άλλη μέρα. Έπρεπε να είναι κοφτερό. Μυτερό για να τρυπήσει τη σάρκα, να φτάσει ως την καρδιά και κοφτερό για να κόψει το λαιμό ανεμπόδιστα. Όλα έπρεπε να γίνουν γρήγορα και σωστά. Το θύμα δεν έπρεπε να υποφέρει. Αν ήταν δυνατό να μην καταλάβει τίποτα. Να μη βγάλει ούτε φωνή. Να μην προφτάσει να δει τι το περίμενε. Ο Ηρώδης έπρεπε να ‘ναι γρήγορος και επιτήδειος.

Ξημέρωσε παραμονή Χριστουγέννων. Οι νοικοκυρές ετοίμαζαν τις χριστουγεννιάτικες λιχουδιές. Το Χριστόψωμο με σταφίδες και καρυδόψιχα , τις τηγανίτες, τους μπακλαβάδες και τα πρόσφορα για τη μεγάλη γιορτή. Ο Ηρώδης έπρεπε να προφτάσει να τελειώσει πριν έρθουν τα αερικά, οι καλικάντζαροι. Συγκέντρωσε την παρέα του, τους τρεις-τέσσερις βοηθούς του. Ήταν όλοι ένας κι ένας. Γεροί, επιτήδειοι, σωστά παλικάρια, θεριά για τη δουλειά που θα έκαναν. Έβαλαν τα σχέδια. Ο Ηρώδης ζωσμένος μια ποδιά στη μέση -για να μη λερώσει από τα αίματα- και περασμένο στη ζώνη το λεπίδι, μέσα στο θηκάρι του, καμάρωνε για τη δουλειά που θα ‘κανε. Αυτός ήταν κι άλλος κανένας! Οι άλλοι της παρέας του, ήταν απλοί βοηθοί. Αυτός θα ‘δινε τη χαριστική μαχαιριά για να τελειώσει το θύμα. Και τα θύματα ήταν πολλά τη μέρα αυτή.

Ο Ηρώδης του Ευαγγελίου έσφαξε δεκατέσσερις χιλιάδες νήπια. Τούτος ο Ηρώδης θα ήταν ευχαριστημένος με σαράντα- πενήντα ψυχές. Τόσες του ανήκαν. Τόσες θα έπαιρνε στο λαιμό του, για να τον κυνηγάν στην Κόλαση.

Ήπιαν από ένα ρακί κι ύστερα ένα δεύτερο για να ψυχοπιάσουν. Το κρίμα που πήγαιναν να κάμουν ήταν βαρύ. Κι έπρεπε να το πνίξουν στο καυτερό πιοτό.

-Πάμε. Ο Θεός μαζί μας.

Πήραν τον κατήφορο για τον Κάτω Μαχαλά. Τα σκυλιά σαν να μυρίστηκαν το κακό που θα γινόταν, άρχισαν να γαυγίζουν. Από τις πόρτες των σπιτιών βγήκαν οι νοικοκυρές μισοαλευρωμένες από το ζύμωμα και τους ξεπροβόδιζαν.

-Η ώρα η καλή. Να ‘ρθείτε και σε μας!

Λες και πήγαιναν στο πανηγύρι.

Η παρέα έφτασε στο ακρινό σπίτι. Ο μπαρμπα-Γιάννης ο Παστέλας βγήκε να τους υποδεχτεί. Αυτοί τράβηξαν ίσια στο κατώι. Η Γιαννού η Παστέλαινα άνοιξε την πόρτα.

-Ένα λύχνο να ιδούμε.

Φέραν το λυχνάρι. Φώτισε λίγο το σκοτεινό κατώι. Στο βάθος του κατωγιού κάτι άρχισε να σαλεύει. Ύστερα σαν είδε τους πολλούς ξένους ανθρώπους, αγρίεψε. Ήθελε να σπάσει το σκοινί που ήταν δεμένο. Στριφογύριζε, βγάζοντας άγριους σκουσμούς. Η παρέα δεν έχασε καιρό. Ορμάει ο πρώτος κι αρπάζει το ζώο από τα πόδια. Το ρίχνει κάτω. Οι άλλοι βοηθάν, να του κρατούν τα πόδια , γονατισμένοι πάνω στο σώμα. Το χοιρινό από ένστικτο κατάλαβε πως τούτη η σύναξη και η συμπεριφορά δεν ήταν για καλό. Κλώτσαγε, χτυπιόταν, έσκουζε, και οι βοηθοί κρατούσαν γερά.

Και τότε ο Ηρώδης -ο μπόγιας όπως τον έλεγαν- έβγαλε το μαχαίρι, που η λεπίδα του γυάλισε στο φως του λυχναριού, γονάτισε πάνω στο ακινητοποιημένο σώμα, το ζύγισε καλά και το ‘μπήξε βαθιά στη σάρκα. Το ζώο κλώτσησε μια-δυο φορές. Ο Ηρώδης τράβηξε το λεπίδι και το ‘μπήξε ξανά στο λαιμό, κόβοντας τον πέρα για πέρα. Το αίμα πετάχτηκε ποτάμι. Το νικημένο θεριό κλώτσησε για μια ακόμη φορά, αλαφρά τώρα. Κι ύστερα έμεινε ακίνητο νεκρό ξεψυχισμένο. Οι βοηθοί σηκώθηκαν ιδρωμένοι από την προσπάθεια να κρατήσουν το θεριεμένο ζώο ακίνητο, για να κάμει ο Ηρώδης τη σφαγή. Ο μπόγιας σκούπισε το μαχαίρι στην ποδιά του.

Η θεία Γιαννού, η Παστέλαινα, έφερε ένα φτυαράκι με αναμμένα κάρβουνα και λιβάνι. Λιβάνισαν το σφαχτάρι κι έριξαν τα λιβανισμένα κάρβουνα στη σφαγή του λαιμού.

-Χρόνια πολλά και του χρόνου τρανύτερο, φώναξαν όλοι.

Το έργο όμως δεν τελείωσε. Τράβηξαν το σφαγμένο ζώο έξω στο φως. Άνοιξαν την κοιλιά του, έβγαλαν τα σπλάχνα, το καθάρισαν και το έπλυναν. Σε μιαν άκρη, περίμενε ο μικρός γιος του νοικοκύρη, να του δώσουν την κατ’ ρήθρα (κύστη) για να την κάνει μπαλόνι.

Ύστερα έβαλαν στην ανοιγμένη κοιλιά οριζόντια ξύλα, έδεσαν τα πισινά πόδια με μια τριχιά και κρέμασαν το κουφάρι κατακέφαλα, χωρίς το κεφάλι, στο πάτερο του σπιτιού. Εκεί θα έμενε ως την τρίτη μέρα των Χριστουγέννων. Τότε θα το κατέβαζαν για να γίνει το γδάρσιμο και το κομμάτιασμα, τα λουκάνικα, ο πασπαλάς, το σύγκλινο, το λιώσιμο του λίπους και οι τσιγαρίθρες.

Η θεία Γιαννού έφερε καρύδια και κρασί για να φιλέψει την παρέα. Τσούγκρισαν τα ποτήρια κι ευχήθηκαν.

-Χρόνια Πολλά. Του χρόνου τρανύτερο. Αύριο με υγεία. Καλά Χριστούγεννα!

Έφυγαν. Στο παραπάνω σπίτι τους περίμεναν για το ίδιο έργο. Κι αυτό ως το βράδυ, για να σφάξουν όλα τα χοιρινά του χωριού. Κι όλα αυτά χωρίς αμοιβή. Μόνο για τα χρόνια πολλά.

Πολλές φορές γίνονταν περισσότερες παρέες γιατί δεν πρόφταιναν. Οι Ηρώδηδες ήταν πολλοί. Πιο επιτήδειοι ήταν ο Κώστας ο Γεωργέλης, ο Κασβομήτρος, ο Ντουλαποστόλης, ο Γερο Λιάς ο Τσατσαρώνης. Ο τελευταίος μάλιστα πλήρωσε για τις αμαρτίες όλων των χοιρινών που είχε σφάξει ως τότε. Την τελευταία χρονιά, στα 1931, την ώρα που θα ‘μπηχνε το μαχαίρι στην καρδιά του ζώου, ‘κείνο  τινάχτηκε ξαφνικά, το μαχαίρι ξέφυγε κι αντί να βρει το στόχο του, μπήχτηκε στο μηρό του με αποτέλεσμα να πεθάνει ύστερα ο ίδιος από ακατάσχετη αιμορραγία. Αλλά παρ’ όλα αυτά σφάχτηκαν και ‘κείνη τη χρονιά και τα υπόλοιπα χοιρινά. Ο άλλος Ηρώδης βρέθηκε στη στιγμή.

Εκείνα τα χρόνια ήταν έθιμο στο χωριό, κάθε σπίτι να τρέφει το χοιρινό, για τα Χριστούγεννα. Ακόμα και το πιο φτωχό. Γιατί όχι μόνο το καλούσαν οι χρονιάρες μέρες, αλλά εξοικονομούσαν το κρέας που το ‘καναν σύγκλινο, πασπαλά, λουκάνικα, παστό, πηχτή, νοματιές, το λίπος που χρειάζονταν για όλο το χρόνο, αφού λάδι δεν έβγαζε το χωριό, αλλά και το γουρουνοτόμαρο, που το έφτιαχναν γουρουνοτσάρουχα. Γι’ αυτό το λόγο πάσχιζαν οι νοικοκυραίοι, όλο το χρόνο, ποιος θα φτιάξει το μεγαλύτερο χοιρινό.

Τελείωσε και το τελευταίο. Έπλυναν τα χέρια τους και κάθισαν να ξανασάνουν. Λογάριασαν πόσες ψυχές πήραν στο λαιμό τους. Ποιο τους παίδεψε περισσότερο. Ποιο ήταν το πιο μεγάλο.

Ήπιαν και το τελευταίο ποτήρι κι ευχήθηκαν.

-Και του χρόνου. Αύριο με υγεία!

Ο Ηρώδης έβγαλε την ποδιά του. Του χρόνου πάλι.

Χωρίστηκαν. Καθένας πήγε στο σπίτι του να λουστεί και ν’ αλλάξει. Τη νύχτα θα χτυπούσαν οι καμπάνες για τη Χριστουγεννιάτικη λειτουργία. Καθαροί στο σώμα και στην ψυχή θα πήγαιναν να λειτουργηθούν. Ίσως και να μεταλάβουν. Οι αμαρτίες για το σφάξιμο τόσων γουρουνιών ξεχάστηκαν.

-Χριστός γεννάται, δοξάσατε!

 

 

(Εφημερίδα Οινοχώρι, Αριθμός Φύλλου 36 – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1990)