ΛΥΚΟΤΟΜΑΡΟ

ΛΥΚΟΤΟΜΑΡΟ

ΤΟ ΛΥΚΟΤΟΜΑΡΟ

                                         Του Π. Κ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

 

Κάθε χρόνο οι πεινασμένοι λύκοι, κατέβαιναν και ρήμαζαν τα κοπάδια. Οι τσοπάνηδες οπλισμένοι με γκράδες και μαλιγχέρια φύλαγαν τα ζωντανά τους και τ’ άγρια τσοπανόσκυλα, θεριά ανήμερα, δεν άφηναν τ’ αγρίμια να πλησιάσουν. Έστηναν οι βοσκοί και λυκοσίδερα και πολλούς τους έπιαναν ζωντανούς. Όμως οι λύκοι, μεμονωμένοι ή παρέες, κατάφερναν να πνίξουν αρκετά γιδοπρόβατα. Πολλές φορές ρήμαζαν ολόκληρα κοπάδια, όπως κάποια φορά που μπήκαν στο μαντρί κι έπνιξαν όλα τα γιδοπρόβατα του Γερο-Φλώρου, του αγαθού εκείνου γέροντα!

Ήταν μεγάλη η χαρά του τσοπάνη όταν σκότωνε ή έπιανε στο σίδερο ένα λύκο. Το όνομά του ακουγόταν σε όλη την περιοχή και γινόταν ο άνθρωπος της ημέρας.

Άλλοι πάλι, έγδερναν το σκοτωμένο λύκο κι έβαζαν το τομάρι του τεντωμένο σε μια ξύλινη διχάλα και σαν τρόπαιο γύριζαν από χωριό σε χωριό, από σπίτι σε σπίτι και ζήταγαν αμοιβή για το κατόρθωμά τους. Χρήματα δεν υπήρχαν και η αμοιβή δινόταν σε είδος.

Ήταν ένας από το χωριό Σεγδίτσα. Κατσίμπρα τον έλεγαν. Μεσοκαρίτης με μια λερή ντρίλινη πουκαμίσα, που είχε να πλυθεί από τότε που την έραψε, με μια μικρή γενειάδα, ακούρευτος και κοντός, κρατώντας την ξύλινη διχάλα με το τεντωμένο τομάρι του λύκου ερχόταν στο χωριό κάθε χειμώνα, χτυπούσε όλες τις πόρτες των σπιτιών και ζήταγε αμοιβή για το λύκο που σκότωσε κι έτσι γλίτωσαν τα κοπάδια και τα ζωντανά του χωριού. Στον ώμο του είχε κρεμάσει ένα σακούλι που έριχνε μέσα ό,τι του έδιναν σε είδος, αλεύρι, πατάτες, φασόλια ή χοιρινά κοψίδια τα Χριστοήμερα.

Κείνο το χειμώνα ανάμεσα Χριστού και Πρωτοχρονιάς ξαναήρθε στο χωριό. Με το λυκοτόμαρο στην πλάτη, πήρε σβάρνα τα σπίτια του χωριού. Το λυκοτόμαρο ήταν το ίδιο εδώ και χρόνια.

Από το πέρασμα του χρόνου είχε μαδήσει τόπους-τόπους. Χώρια απ’ αυτό, οι νοικοκυρές αφού τον φίλευαν, έκοβαν και λίγες τρίχες με το ψαλίδι και τις έκαναν φυλαχτό για τον αβακασμό και το κακό μάτι. Ο σκόρος είχε καταφάει το τομάρι.

Ο Κατσίμπρας όμως, σαν τον ρωτούσαν γιατί μάδησε, απαντούσε:

-Να βρε, πριν από δέκα μέρες τον σκότωσα, αλλά αυτές οι διαολογυναίκες το μάδησαν.

Είχε αρχίσει να χτυπά τις αυλόπορτες των σπιτιών από τον Κάτω Μαχαλά. Τα σκυλιά του χωριού τον οσμίστηκαν. Και δεν ήταν λίγα. Κάθε σπίτι είχε από δύο τουλάχιστον, σωστά θεριά. Κάποιο έδωσε την πρώτη αλυχτισιά. Κι όλα μαζί -λες και είχαν σύνθημα- άρχισαν μ’ ένα άγριο και παράξενο αλύχτισμα, που ήταν διαφορετικό από άλλες φορές, να χαλάνε τον κόσμο, μπρος στον κίνδυνο που αντελήφθησαν από τη μυρωδιά του λυκοτόμαρου.

Πολλές νοικοκυρές κλείναν την αυλόπορτα στον Κατσίμπρα. Αυτός όμως συνέχισε να χτυπά τις πόρτες αποδιώχνοντας τα σκυλιά που τον ακολουθούσαν και τον γαύγιζαν αγριεμένα. Μέσα στο σακούλι του, έβαζε το αλεύρι ή τα κοψίδια από το χοιρινό που του έδιναν. Στο ένα χέρι του κρατούσε το ραβδί που απόδιωχνε τα σκυλιά και στο άλλο κρατούσε τη διχάλα με το λυκοτόμαρο.

Έφτασε και στο μεσαίο μαχαλά. Εκεί τα πράγματα έγιναν πιο δύσκολα. Ένα θεριό είχε ο Λιομήτρος. Κι άλλο ένα οι Παπαδαίοι. Τσοπανόσκυλα που φύλαγαν το πέρασμα του δρόμου και δεν άφηναν κανέναν ξένο να περάσει, αν δεν είχε γερό ραβδί.

Ο Κατσίμπρας πήγε να μπει προς τα Τσατσαρωνέικα. Τα σκυλιά του ρίχτηκαν. Τ’ απόδιωξε με το ραβδί. Όμως τα σκυλιά ξαναρίχτηκαν. Το στόμα τους είχε αφρίσει, τα μάτια τους είχαν κοκκινήσει και τα δόντια τους απειλούσαν τον ξένο. Ο Κατσίμπρας με το ραβδί του τ’ απόδιωχνε. Στην προσπάθεια του να τα ξαναδιώξει, του ‘φυγε το σακούλι που είχε στον ώμο. Έκαμε να το ξανακρεμάσει και τότε έγινε το μεγάλο κακό. Το διχαλωτό ξύλο με το λυκοτόμαρο, του ‘φυγε από τα χέρια. Τα σκυλιά όρμησαν και τ’ άρπαξαν - λάφυρο στον αγώνα τους. Το ξέσκισαν με μανία, άφησαν τον Κατσίμπρα, και ουρλιάζοντας το πήραν σβάρνα και χάθηκαν στο στενό. Στη στιγμή έφτασαν και τα σκυλιά των Ζαχαραίων και του Μπουρλούκη, κι όλα μαζί ξέσκιζαν και μοιράζονταν το λυκοτόμαρο.

Ο Κατσίμπρας είχε μείνει άναυδος, μπρος στο κακό που τον βρήκε.

-Όξω, ουστ, ουστ, προσπάθησε να φωνάξει στην αρχή. Τα σκυλιά όμως, είχαν πια ξεσκίσει το λάφυρο.

Κάθισε στην κοτρόνα, που ήταν στην άκρη του δρόμου, έπιασε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια κι άρχισε να κλαίει.

-Πάει το λυκοτόμαρο. Και τι θα κάμω τώρα; Έλεγε μέσα στο κλάμα του.

Είχε χαθεί η περιουσία του. Με τι θα κέρδιζε πια το ψωμί του;

Τα σκυλιά εξακολουθούσαν να ουρλιάζουν, αλλιώτικα όμως τώρα, θριαμβευτικά.

Ο Κατσίμπρας έκλαιγε. Οι χωριανοί που μαζεύτηκαν στο μεταξύ, προσπαθούσαν να τον παρηγορήσουν. Ένας του είπε:

-Μη στενοχωριέσαι γέρο, έχει ο Θεός.

-Έχει ο Θεός, απάντησε αυτός κλαίοντας, αλλά λυκοτόμαρα δεν έχει.

Σηκώθηκε, ξανακρέμασε στον ώμο το σακούλι, πήρε το ραβδί του κι έφυγε. Και δεν ξανάρθε στο χωριό.

Ούτε άλλοι λυκολόγοι, από τότε, ξανάρθαν στο χωριό.

 

(Εφημερίδα Οινοχώρι, Αριθμός Φύλλου 37 - Ιανουάριος 1991)